top of page

Η γλώσσα και η ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων (Β' Μέρος)




Ὅπως εἴπαμε, ἄν ἡ ἀρχαία Μακεδονική δέν ἦταν ἑλληνική διάλεκτος, θά ἔπρεπε νά εἶναι θρακοϊλλυρική, γιατί ἡ μόνη γλῶσσα μέ τήν ὁποία συνόρευε ἡ ἑλληνική γλώσσα ἐπάνω στή Βαλκανική ἦταν ἡ Θρακοϊλλυρική. Ἡ Θρακοϊλλυρική ἦταν στήν ἀρχαιότητα μιά ἑνιαία ἀκόμα ἰνδοευρωπαϊκή γλῶσσα, ἀδελφή τῆς ἑλληνικής, καί ἁπλωνόταν σέ ὁλόκληρη τή βόρεια Βαλκανική, στή Θράκη καί Ἰλλυρία, δηλ. στή σημερινή Βουλγαρία, Σερβία, Ἀλβανία καί Δαλματία, μέ ἰδιωματικές κατά τόπους διαφορές.

Γιά τό ὅτι ὅμως ἡ ἀρχαία Μακεδονική δέν ἦταν δυνατό νά εἶναι θρακοϊλλυρική, ὑπῆρχε ἤδη μιά ἱστορική μαρτυρία τοῦ Πολύβιου 28, 8 , 9, ὁ ὁποῖος διηγεῖται ὅτι ὁ βασιλιάς τῆς Μακεδονίας Περσεύς, πολεμώντας κατά τῶν Ρωμαίων, ἔστειλε στό βασιλιά τῆς Ἰλλυρίας Γένθιο ὡς πρέσβεις γιά τή σύναψη συμμαχίας «τόν Ἀδαῖον καί σύν τοὐτῳ τόν Γλαυκίαν, ἕνα τῶν συματοφυλάκων, καί τρίτον τόν Ἰλλυριόν (Πλεύρατον) διά τό τήν διάλεκτον εἰδέναι τήν Ἰλλυρίδα». Ἐπρόσθεσε δηλαδή στούς Μακεδόνες πρέσβεις του καί ἕνα Ἰλλυριό, γιατί αὐτός ἤξερε τήν ἰλλυρική γλῶσσα, φυσικά γιά νά κάνη τόν διερμηνέα στις συζητήσει τῶν Μακεδόνων πρέσβεων μέ τούς Ἰλλυριούς, πρᾶγμα πού θά ἦταν ὁλότελα περιττό, ἄν ἡ μακεδονική γλῶσσα ἦταν θρακοϊλλυρική, ὁπίτε οἱ πρέσβεις τοῦ Περσέαα θά ἦταν ἀσφαλῶς σέ θέση νά συνεννοηθοῦν μόνοις τους μέ τόν Γένθιο.

Τό ἐπιχείρημα ὅμως ἐκεῖνο πού ἀνατίναξε στόν ἀέρα τή γνώμη ὅτι ἡ Μακεδονική ἦταν θρακοϊλλυρική τό ἔδωσε ἡ γλωσσολογία διά τοῦ δικοῦ μας κορυφαίου γλωσσολόγου, τοῦ Γ. Χατζιδάκη. Ὅσοι ἔχουν κάποια οἰκείωση μέ τή γλωσσική ἐπιστήμη γνωρίζουν ὅτι οἱ ἰνδοευρωπαϊκές γλῶσσες κατάγονται ἀπό μιά κοινή μητέρα-γλῶσσα, διαφοροποιήθηκαν ὅμως μέ τό γεωγραφικό ἅπλωμα τῶν ἰνδοευρωπαϊκῶν λαῶν σέ ὁμάδες, ἀνάλογα μέ ὁρισμένες βασικές φωνητικές ἀλλοιώσεις, πού παρουσιάστηκαν στό πέρασμα τῶν χιλιετηρίδων σέ ὁρισμένες από τίς γλῶσσες αυτές. Ἡ Ἰνδική, Περσική, Ἀρμένικη, Βαλτοσλαβική καί Θρακοϊλλυρική ἔτρεψαν τά οὐρανικά σύμφωνα k, g τῆς μητέρας-γλώσσας σέ συριστικά, δηλαδή το k σέ s, τό g σέ z, ἐνῶ ὅλες οἱ ἄλλες ἀδελφές γλῶσσες, ὅπως ἡ Ἑλληνική, Λατινική, Γερμανική, Κελτική, κ.ἄ. τά διατήρησαν ὅπως ἦταν. Ἔτσι στό ἑλληνικό ἑκατόν καί στό λατινικό centum ἀντιστοιχεῖ τό ἰνδικό satam, στό ἑλληνικό κλυτός τό ἰνδικό srutás, στό ἑλληνικό καρδία τό ἀρμένικό sirt, στό ἑλληνικό κλέος τό σλαβικό slovo, στό ἑλληνικό γι-γνώ-σκω τό σλαβικό znati, στό ἑλληνικό γυνή τό σλαβικό zena, στό ἑλληνικό χειμών το σλαβικό zima. Γιά νά συνεννοοῦνται οἱ γλωσσολόγοι, ὀνόμασαν τήν ὀμάδα τῶν γλωσσῶν πού ἔχουν τά συριστικά μέ τον δικό της τύπο τοῦ ἑκατόν: γλῶσσες satem, καί τήν ὀμάδα τῶν γλωσσῶν πού ἔχουν τά οὐρανκά, μέ τόν λατινικό τύπο τοῦ ἑκατόν: γλῶσσες centum.

Ἡ Ἑλληνική εἶναι γλῶσσα centum, ἡ Θρακοϊλλυρική εἶναι γλῶσσα satem. Ἐπομένως, ἄν ἡ ἀρχαία Μακεδονική ἦταν θρακοϊλλυρική, θά ἐπρεπε σε ὅποιες λέξεις ἡ ἑλληνική παρουσιάζει οὐρανικά σύμφωνα, νά παρουσιάζη ἡ Μακεδονική συριστικά. Αὐτό ὅμως δέν συμβαίνει ποτέ. Ἡ Μακεδονική καί σ’ αὐτό τό βασικώτατο φωνητικό γνώρισμα συμφωνεῖ πάντοτε μέ τήν Ἑλληνική καί ὄχι μέ τήν Θρακοϊλλυρική.

Το φαινόμενο αὐτό τό παρατήρησε, ὅπως εἶπα, ὁ μακαρίτης Γ. Χατζιδάκης, καί τοῦ χρωστοῦμε καί γι’αυτό ἰδιαίτερη τιμή και εὐγνωμοσύνη.

Δέν εἶναι ὅμως μόνον ἡ διαφορετική ἐξέλιξη τῶ οὐρανικῶν συμφώνων πού χωρίζει τήν ἀρχαία Μακεδονική ἀπό τή Θρακοϊλλυρική καί τή συνάπτει μέ τήν Ἑλληνική. Σέ ὅλες τίς ἀλλοιώσεις μέ τίς ὁποῖες ἡ Ἑλληνική διαφοροποιήθηκε ἀπό τίς άλλες ἀδελφές γλῶσσες σέ γλῶσσα αὐτοτελῆ καί πού σχηματίζουν τή φυσιογνωμία της, ἡ ἀρχαία Μακεδονική συμπίπτει ἀπολύτως μέ τήν Ἑλληνική και ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τήν Θρακοϊλλυρική. Ἡ σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος ἐπιβάλλει νομίζω νά τίς ἀπαριθμήσω τουλάχιστο τίς ἀλλοιώσεις αὐτές, ἔστω καί ἄν θα κουράσω λίγο το ἀκροατήριο που δεν ἀπαρτίζεται ἀπό γλωσσολόγους.

1) Μόνο ἡ Ἑλληνική ἐπάνω στήν Εὐρώπη ἔτρεψε τό ἰνδοευρωπαϊκό s πρίν ἀπό φωνῆεν σέ h, δηλαδή σε δασεία, π.χ. sex > ἕξ, serpo > ἕρπω. Τό ἴδιο καί ἡ Μακεδονική, π.χ. Ἁδαῖος, Ἅδιμος, Ἁλιάκμων, Ἅρπαλος, Ἑρκίτας, Ἡμαθία. Ἄν ἡ Μακεδονική ἦταν θρακοϊλλυρική τά ὀνόματα αυτά θά ἔπρεεπ να ἀρχίζουν ἀπό σ.

2) Μόνο ἡ Ἑλληνική ἀπέβαλε τό ἰνδοευρωπαϊκό ν, δηλαδή το δίγραμμα (F), π.χ. Fέργον > ἔργον, Fεσπέρα > ἕσπέρα, Fεσθής > ἐσθής. Τό ἴδιο καί ἡ Μακεδονική, π.χ. ἀFορτή > ἀορτή, Fάρνισσα > Ἄρνισσα, ΛάF - αγος > Λᾶγος, ΠιFερία > Πιερία.

3) Μόνο στήν Ἑλληνική άφομοιώθηκε τό ἰνδοευρωπαϊκό j ἀπό προηγούμενο σύμφωνο, π.χ. ἄλjος > ἄλλος, βάλjω > βάλλω. Τό ἴδιο καί στή Μακεδονική π.χ. Πέλλα, σάρισσα, Τύρισσα.

4) Μόνο στήν Ἑλληνική, καί μάλιστα στήν ἀττική διάλεκτο, τό σύμπλεγμα ρσ τρέπεται σέ ρρ, π.χ. ἄρσεν > ἄρρεν, χέρσος > χέρρος. Τό ἴδιο καί στή Μακεδονική, π.χ. Ἀρραβαῖος, Δάρρων, Κορραῖος, Κορράτας.

5) Μόνο ἡ Ἑλληνική ἀποσιώπησε ὅλα τά τελικά σύμφωνα ἐκτός ἀπό τό ν, ρ, ς, ὥστε ἑλληνική λέξη μόνο σέ ἕνα ἀπό τά τρία αὐτά σύμφωνα μπορεῖ νά τελειῶνη. Τό ἴδιο καί ἡ Μακεδονική. Δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρηθῆ σύμπτωση ὅτι ἀνάμεσα σέ τόσες μακεδονικές λέξεις πού μᾶς διάσωσε ὁ Ἡσύχιος καμμία δέν τελειώνει σέ σύμφωνο διαφορετικό ἀπό ἐκεῖνα πού στέργει ἡ φωνητική τῆς Ἑλληνικῆς.

6) Μόνο στήν Ἑλληνική γλῶσσα ἐπάνω στήν Εὐρώπη ὑπάρχουν λέξεις πού ἀρχίζουν ἀπό ξ καί ψ. Τό ἴδιο καί στή Μακεδονική, π.χ. Ξανδικός (όνομα μηνός), ψηρός (=ξηρός).

[…]

Ὑπάρχουν καί ἄλλα ἀποκλειστικῶς ἰδιαίτερα γνωρίσματα τῆς Ἑλληνικῆς, πού τά παρουσιάζει καί ἡ Μακεδονική. Ἀλλά νομίζω πώς μποροῦμε νά ἀρκεστοῦμε σέ αὐτά πού ανάφερα. Καί ἔρχεται μονάχο του τό ἐρώτημα. Εἶναι ποτέ λογικά δυνατό δύο γλωσσικές μορφές πού ταυτίζονται σέ τόσα καί τόσα βασικά στοιχεῖα τους νά χωριστοῦν μέ βάση μία μονάχα διαφορά τους, δηλαδή τό β, γ, δ ἀντί για φ, χ, θ; Ὅποιος τό ἰσχυριστῆ αὐτό θα ῆταν σάν νά ἰσχυρίζονταν – γιά νά πάρω ἕνα σημερινό παράδειγμα - ὅτι μπορεῖ ἡ σημερινή ἑλληνική διάλεκτος τῆς Κάτω Ἰταλίας, παρά τόν ἀναμφισβήτητα ἑλληνικό χαρακτήρα της, νά θεωρηθεί διάλεκτος ἰταλική, μόνο και μόνο γιατί, ἀπό ἰταλική φυσικά ἐπίδραση, προφέρει d ἀντί γιά δ καί g ἀντί γ, π.χ. ἀgάπη, σταφίdα… […]

Γενικότερα γιά τά ὀνόματα τῶν ἀρχαίων Μακεδόνων γράφει ὁ βαθύς ἐρευνητής τοῦ ζητήματος O. Hoffmann: «Τό ἑλληνικό ὄνομα εἶναι φωνητικά καί μορφολοικά τόσο βασικά διαφορετικό ἀπό τό θρακικό καί τό ἰλλυρικό, ὥστε εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητο νά θεωρηθοῦν τά ἑλληνικά ὀνόματα τῶν Μακεδόνων ὡς συνδετικός κρίκος ἀνάμεσα στά Ἑλληνικά καί τά θρακικά. Ὁποιος λοιπόν δεν θεωρεῖ Ἕλληνες τοῦς Μακεδόνες, πρέπει γιά νά εἶναι συνεπής νά βγάλει τό συμπέρασμα ὅτι οἱ Μακεδόνες ἤδη τόν 6ο και 5ο αιώνα π.Χ. χωρίς ἀνάγκη παράτησαν ἐντελῶς τά ἀρχικά ἐθνικά τους ὀνόματα καί, γιά νά δείκουν τόν θαυμασό τους πρός τόν ἑλληνικό πολιτισμό πῆραν τά ἑλληνικά ὀνόματα. Τό νά ανασκευαστῆ μιά τέτοια ἀντίληψη νομίζω πώς δέν ἀξίζει τόν κόπο. Γιατί γλωσσοϊστορικές ὑποθέσεις πού πορβάλλονται χωρίς να λαμβάνεται υπ’ ὄψιν ἡ πραγματική ζωή τῶν λαῶν κρίνονται ἀπό τον ἑαυτό τους».

Ὅλα λοιπόν συνηγοροὺν ὅτι ἑλληνική διάλεκτο μιλοῦσαν οἱ Μακεδόνες, πρίν ἀποφασίσουν νά ἐπισημοποιήσουν στήν χώρα τους τήν ἀττική διάλεκτο. Ξένη έντελῶς γλῶσσα κανένας λαός στόν κόσμο δέν ἐπέβαλε θεληματικά στόν ἑαυτό του. Τήν κοινότερη ὅμως καί τήν πιό καλλιεργημένη διάλεκτο τῆς δικῆς τους γλώσσας ὅλοι οἱ πολιτισμένοι λαοί τήν ἐπισημοποιοῦν πρόθυμα. «Ἀπό ὅλους τούς ἀνόητους ἰσχυρισμούς, γράφει ὁ Γερμανός ἱστορικός Beloch, πού παρουσιάστηκαν «ως τώρα ἐπάνω σέ θέματα ἱστορικά δέν ὑπάρχει α’νοητότερος ἀπ’ αὐτόν, ὅτι δηλαδή λαός πού πραγματοποίησε τήν παγκόσμια κυριαρχία, θά ἀπαρνοῦνταν τήν δική του γλῶσσα, γιά νά προσλάβη μιάν ἄλλη ξένη». […]

Ο Fr. Münzer γράφει τα εξής: « Τό πρόβλημα ποια ήταν ἡ ἐθνικότητα τῶν Μακεδόνων μελετήθηκε πολύ· ξεκινώντας ἀπό τή γλωσσολογία ὁ Otto Hoffmann τό ἔλυσε ἀποφασιστικά καί σωστά, δεχόμενος ὁτι οἱ Μακεδόνες ἦταν Ἕλληνες. Κατά τόν 5ο και 4ο αἰώνα π.Χ. φαίνεται ὅτι, σάν συνοριακός λαός που ἦταν, ἀντίθετα προς τίς ἄλλες ἑλληνικές φυλές, δέχτηκαν και ξένα στοιχεία, όπως λ.χ. οἱ ὀμοεθνεἰς μας τῆς περιοχῆς τοῦ ποταμοῦ Ἔλβα συγκρινόμενο μέ τούς Γερμανούς τῆς Κάτω Σαξωνίας καί μέ ἄλλες καθαρά Γερμανικές φυλές». Τώρα πιά καί οἱ διστακτικώτεροι γιά τον ἑλληνισμό τῶν ἀρχαίων Μακεδόνων ἐπιστήμονες, ὅπως ὁ H. Krahe, δέν μιλοῦν γιά μή ἑλληνική ἐθνικότητα τῶν Μακεδόνων, παρά γιά μικρότερη ἤ μεγαλύτερη ἐπίδραη πού δέχτηκε ἡ ἑλληνική γλῶσσα τῶν κυρίαρχων Μακεδόνων ἀπό θρακοϊλλυρικά φύλα πού ἀφομοίωσαν. […]

Ἔχουμε λοιπόν κάθε δικαίωμα οἱ Ἕλληνες, ὅταν καί μέ τό λόγο καί μέ τό αἷμα ὑπερασπίζουμε αὐτή τη γή «πού εἶναι του Σλάβου τ’ ὄνειρο καί τοῦ Ρωμιοῦ ἡ λαχτάρα» κατά τόν ποιητή, καί μαθαίνουμε στά παιδιά μας να τραγουδοῦν τό «δέν θά τήν πάρουνε τή γῆ, τή γῆ των Μακεδόνων, ἔχουμε κάθε δικαίωμα νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὑπερασπίζουμε ὄχι μονάδα ἕνα παρόν ἀναμφισβήτητα ἑλληνικό, ἀλλά καί δικαιώματα παντοτινά καί προαιώνια, κατοχυρωμένα ἀπό τήν ἰστορική ἀλήθεια, δικαιώματα ἱερά καί απαράδοτα.


Νικόλαος Ανδριώτης, καθηγητής γλωσσολογίας του ΑΠΘ

Διάλεξη στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1952.



Related Posts

See All
Προτεινόμενες Αναρτήσεις
Πρόσφατες Αναρτήσεις
Aρχείο Αναρτήσεων
Search By Tags
No tags yet.
Follow Us
  • Facebook Basic Square
  • Google+ Basic Square
  • YouTube Social  Icon
bottom of page